Η Καθαρά Δευτέρα δεν είναι απλώς μια αργία, αλλά μια ημέρα συλλογικής κάθαρσης. Το όνομά της προέρχεται από την επιθυμία των χριστιανών να ξεκινήσουν τη Μεγάλη Σαρακοστή με “καθαρή” ψυχή και σώμα.
Η Πνευματική “Καθαριότητα”
Στα παλαιότερα χρόνια, οι νοικοκυρές την Καθαρά Δευτέρα σταματούσαν κάθε άλλη εργασία και άπλεναν όλα τα μαγειρικά σκεύη με ζεστό νερό και στάχτη. Σκοπός ήταν να εξαφανιστεί κάθε ίχνος “αρτύσιμης” τροφής (κρέας, λίπος, γαλακτοκομικά) και τα σκεύη να είναι “καθαρά” για τα νηστήσιμα φαγητά.
Τα “Κούλουμα”: Η Γιορτή της Υπαίθρου
Η λέξη “Κούλουμα” έχει δύο πιθανές ετυμολογίες που εξηγούν το έθιμο:
Λατινική (Cumulus): Σημαίνει τον σωρό, την αφθονία, αλλά και το τέλος (τον επίλογο της Αποκριάς).
Αθηναϊκή παράδοση: Στην Αθήνα, τα Κούλουμα γιορτάζονταν παραδοσιακά στους Στύλους του Ολυμπίου Διός, όπου οι κάτοικοι μαζεύονταν για να φάνε και να χορέψουν, σηματοδοτώντας την έξοδο στη φύση.
Η Συμβολή των Προσφύγων
Αν και το έθιμο προϋπήρχε, οι Μικρασιάτες πρόσφυγες το 1922 έδωσαν νέα πνοή στην Καθαρά Δευτέρα. Έφεραν μαζί τους την τέχνη του χαλβά, τις ποικιλίες του ταραμά και την αγάπη για τα θαλασσινά, κάνοντας το τραπέζι της ημέρας πιο πλούσιο και γευστικό, όπως το ξέρουμε σήμερα.
Έγινε αγαπημένο έθιμο γιατί λειτουργεί ως βαλβίδα αποσυμπίεσης:
Μετάβαση: Είναι η γέφυρα από το ξέφρενο καρναβάλι στην ηρεμία της νηστείας.
Κοινωνικοποίηση: Είναι η μέρα που οι οικογένειες και οι παρέες βγαίνουν “έξω” (εξοχή, λόφοι, παραλίες).
Παιχνίδι: Ο ανταγωνισμός για το ποιος θα πετάξει πιο ψηλά τον χαρταετό κρατά το έθιμο ζωντανό για τις νέες γενιές.
Στο παρελθόν, την Καθαρά Δευτέρα οι άνδρες μεταμφιέζονταν και σατίριζαν την επικαιρότητα, ένα έθιμο που επιβιώνει ακόμα σε πολλά χωριά της Ελλάδας (π.χ. ο Βλάχικος Γάμος στη Θήβα).
