Από την 1η Ιανουαρίου 2026, η Βουλγαρία αποτελεί επίσημα το 21ο μέλος της Ευρωζώνης. Παρότι η χώρα εντάχθηκε στην Ε.Ε. το 2007, η πορεία προς το κοινό νόμισμα διήρκεσε σχεδόν δύο δεκαετίες.
Η καθυστέρηση αυτή δεν οφειλόταν σε «άρνηση», αλλά σε έναν συνδυασμό οικονομικής στρατηγικής, αυστηρών κριτηρίων και πολιτικών προκλήσεων.
Η «Παγίδα» της Σταθερότητας (Currency Board)Από το 1997, η Βουλγαρία εφάρμοζε ένα αυστηρό σύστημα Νομισματικού Συμβουλίου. Μετά τον υπερπληθωρισμό της δεκαετίας του ’90, το Λέβα «κλειδώθηκε» αρχικά με το γερμανικό μάρκο και έπειτα με το ευρώ ($1\text{ EUR} = 1,95583\text{ BGN}$).Το αποτέλεσμα: Η χώρα είχε ήδη τη σταθερότητα του ευρώ χωρίς να είναι μέλος του.
Για πολλές κυβερνήσεις, η πλήρης ένταξη έμοιαζε με «επιπλέον κόπο» με μικρό άμεσο κέρδος, αφού η συναλλαγματική ασφάλεια υπήρχε ήδη.
Η έρευνα δείχνει ότι τρεις παράγοντες φρέναραν την ένταξη:
Ο πληθωρισμός: Τα τελευταία χρόνια, η Βουλγαρία δυσκολεύτηκε να πιάσει το κριτήριο του πληθωρισμού (που δεν πρέπει να υπερβαίνει κατά 1,5 μονάδα τον μέσο όρο των τριών χωρών της ΕΕ με τις καλύτερες επιδόσεις).
Η πολιτική αστάθεια: Οι αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις περιόρισαν τη δυνατότητα λήψης τολμηρών αποφάσεων.
Φόβος για ανατιμήσεις: Η κοινή γνώμη, τροφοδοτούμενη συχνά από παραπληροφόρηση, φοβόταν ότι η στρογγυλοποίηση των τιμών θα οδηγούσε σε ακρίβεια, παρά το γεγονός ότι η ισοτιμία ήταν σταθερή εδώ και χρόνια.
Η υιοθέτηση του ευρώ φέρνει στο φως οικονομικές δραστηριότητες που ευδοκιμούσαν στη «θολούρα» της μετατροπής νομίσματος. Με το κοινό νόμισμα, οι χρεώσεις των τραπεζών για μετατροπές καταργούνται και οι τιμές γίνονται άμεσα συγκρίσιμες, μειώνοντας τα περιθώρια για κρυφά κέρδη.

Για τον Έλληνα καταναλωτή, η εξέλιξη αυτή είναι θετική. Αν και η ροή οχημάτων από τη γειτονική χώρα θα συνεχιστεί, το «τοπίο» καθαρίζει. Τα κυκλώματα που εκμεταλλεύονταν τη διαφορά νομίσματος για να φοροδιαφεύγουν ή να υποτιμολογούν για παράδειγμα τα αυτοκίνητα περιορίζονται, οδηγώντας σε έναν πιο υγιή ανταγωνισμό.
